Σάββατο 9 Μαΐου 2020

Παιδαγωγοί και κάμερα





   Η παιδεία δεν είναι δικαίωμα που έχει ο κάθε ένας καταναλωτικός τεχνάνθρωπος του πληκτρολογίου και της οθόνης. Δεν είναι απαίτηση για χορήγηση επιδομάτων όπως η συνδικαλιστική νοοτροπία στο χώρο της ελληνικής παίδευσης προτείνει και οι γερασμένοι στην ψυχή εκπαιδευτικοί αποδέχονται. Η παιδεία πάσχει από την αρρώστια του σύγχρονου ανθρώπου, την πλεονεξία, την αγάπη για το κέρδος, το θέαμα, ασθένεια που εκμεταλλεύεται ο κάθε μικροκομματάρχης ψηφοθηρών, λεγόμενος υπουργός της Παιδείας.
   Η παιδεία δεν μετριέται με ποσοστά επιτυχίας ή αποτυχίας στις λεγόμενες εξετάσεις για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση μέσα από ένα σύστημα, που αποδείχθηκε ότι είναι ταξικό, δηλαδή είναι θέμα πληρωμής από τον γονέα ενός καλού φροντιστή.
   Η αληθινή παιδεία είναι μαρτύριο. Είναι μαρτυρία απέκδυσης του εγώ από την μεριά του διδάσκοντος και συνάντησης του διδασκομένου εντός και εκτός αιθούσης.
   Ο δάσκαλος προσπαθεί να είναι ελεύθερος από τα πάθη και τα λάθη του, δεν προσβάλλει την ελευθερία του μαθητή και τον διακονεί αγαπητικά. Κάθε καταναγκασμός και αυτός της λεγομένης ζωντανής αναμεταδόσεως του μαθήματος μέσω τοποθετημένης στη τάξη κάμερας, είναι ένας ιδιότυπος καταναγκασμός της νεανικής προσωπικότητας, προσβάλλει την ελευθερία του προσώπου-μαθητή και τον οδηγεί στην απομόνωση, στην αντίδραση (πολλές φορές σιωπηλή), τον κατευθύνει στην κοινωνία της έλλειψης των σχέσεων, του δείχνει τον δρόμο να γίνει και αυτός ένας εκμεταλλευτής του συνανθρώπου του, διότι πολύ απλά του δείχνει τον τρόπο του φαίνεσθαι και όχι του είναι.
   Ευτυχώς την αλήθεια ότι η παιδεία είναι μαρτυρία διασώζουν οι πλείστοι Παιδαγωγοί-πρόσωπα που είναι ερωτευμένοι με τα πρόσωπα-μαθητές τους. Και αυτοί μαρτυρούν χωρίς κάμερες και βιντεοκλήσεις.
   Μαρτυρούν οι παιδαγωγοί που διανύουν πολλά χιλιόμετρα την ημέρα για να διδάξουν στα λίγα παιδιά των σχολείων της επαρχίας.
   Μαρτυρούν οι δάσκαλοι που αγωνιούν αν οι μαθητές τους είναι χαρούμενοι, αν χαμογελούν.
   Μαρτυρούν οι καθηγητές που ακόμα και μέσα από τυπικά αναλυτικά προγράμματα επιλέγουν ότι πιο γνήσιο για το μαθητή τους.
   Μαρτυρούν όλοι οι παιδαγωγοί που δίνουν τον εαυτό τους, την ύπαρξή τους όλη για το σχολείο της συνάντησης, το σχολείο της σχέσης, το σχολείο του προσώπου.
   Και μαρτυρίες πολλές...
   Ατέλειωτος ο αριθμός των δασκάλων-καθηγητών που επιθυμεί την παιδεία της θυσίας, την παιδεία των υποχρεώσεων.
   Αυτή τη θυσία ανώνυμοι και επώνυμοι «εκπαιδευτικοί» ακολουθούν και σήμερα και δεν εμπορεύονται την δίψα για μάθηση των νέων μας. Νοηματοδοτούν, στοχεύουν στην δημιουργία ανθρώπων που να γνωρίζουν την σύγχρονη επιστήμη και να είναι ερευνητές της ανθρώπινης ύπαρξης και του σύμπαντος, να μαθαίνουν τη χρήση των τεχνολογικών επιτευγμάτων, αλλά πολύ περισσότερο διδάσκουν την αγαπητική συνύπαρξη των ανθρώπων κατι το οποίο δεν καταγράφεται σε κάμερες.
   Ελεύθερα ο Παιδαγωγός, χωρίς τον καταναγκασμό που επιβάλλει κάθε παρουσία κάμερας, επιλέγει ποια νοοτροπία θα ακολουθήσει. Αυτήν που οδηγεί στην ανυπαρξία, τον απρόσωπο καταναλωτισμό ή αυτήν που οδηγεί στην αγαπητική σχέση.
   Γιατί ο Παναγιώτης, η Ελένη, η Αϊσέ, ο Μιχάλης, ο Άρμιν, η... ο... κάθε μαθητής πρόσωπο ερωτά:
«Ω τι το πράγμα το κρυπτόν πάση κτιστή ουσία;
Και τι το φως το νοητόν, ο τινί ουχ οράται;
Και τις ο πλούτος ο πολύς;...
Περιπατώ, και καίομαι ζητώ ώδε, κακείσε,
και ουδαμού τον εραστήν ευρίσκω της ψυχής μου».
   Επειτα από την ερευνητική αγαπητική σχέση με τον αληθινό Παιδαγωγό στο σχολείο που δεν χρειάζεται καμμία αναμετάδοση αυτής της σχέσης, ο μαθητής απαντά:
«Όλος περιπλεκόμενος, όλον καταφιλεί με,
όλον τε δίδωσιν αυτόν εμοί τω αναξίω,
και εμφορούμαι της αυτού αγάπης και του κάλλους,
και ηδονής, και γλυκασμού εμπίπλαμαι του θείου.
Μεταλαμβάνω του φωτός, μετέχω και της δόξης,
και λάμπει μου το πρόσωπο, ως και του ποθητού μου,
και άπαντα τα μέλη μου γίνονται φωτοφόρα.
Ωραίων ωραιότερος τότε αποτελούμαι.
Πλουσίων πλουσιώτερος, και δυνατών απάντων
υπάρχω δυνατώτερος, και βασιλέων μείζων,
και τιμιώτερος πολύ των ορωμένων πάντων...».
   Αυτή είναι η αληθινή παιδεία να γίνεται διαρκώς ο μαθητής ωραίων ωραιότερος, κάτι το οποίο δεν καταγράφεται με κάμερα.
   Αφελής ερώτηση: εν έτει 2020 κα Υπουργέ του Μινιστερίου της Παιδείας μπορείτε να βρείτε μια κάμερα που να καταγράφει την αναζήτηση, μετοχή, λάμψη, ερωτική αλληλοπεριχώρηση ανάμεσα σε Παιδαγωγό και Μαθητή;
   Αν τα καταφέρετε οι εκπαιδευτικοί θα την τοποθετήσουν όλοι στις αίθουσες τους, γιατί είναι μάρτυρες που αφοσιώνονται στον νέο άνθρωπο, γεμάτοι πίστη για το έργο τους, που γίνονται ολοκαύτωμα για τον μαθητή. Είναι ήρωες, μάρτυρες μιας άλλης αγάπης, ενεργού αγάπης που χρειάζεται δουλειά και επίμονη αυτοκυριαρχία, υπαρξιακά βιώματα που δεν μπορεί να «συλλάβει» η κάμερα.
   Η κάμερα αγνοεί το δάκρυ, το χαμόγελο, τη χαρά, τη δημιουργία τού νέου, και αργά ή γρήγορα ο νέος θα την απορρίψει και έχει τον τρόπο, ιδιαίτερα σήμερα την εποχή της τεχνολογικής επανάστασης.
   Θα την απορρίψει την κάμερα (κονσέρβα) γιατί θα «περιπατεί» και θα «καίεται» ζητώντας «ώδε κακείσε» την παιδεία που δεν καταγράφεται με κάμερα, την παιδεία που σχετίζει και σχετίζεται, την παιδεία της χαράς.


Κυριακή 26 Απριλίου 2020

Η φιέστα της Πρωτοψάλτη και Εκκλησία




Σε αυτή την εικόνα του φορτηγού εν έτει 2020, έτος της πανδημίας του κορονοϊού, έμπροσθεν του πρωθυπουργικού γραφείου με την τραγουδίστρια Πρωτοψάλτη, θα μπορούσε να μπει ο τίτλος: "Η αισθητική της αλαζονείας".
   Έφεραν τους βάρδους, περιορισμένους σε ένα φορτηγό, να παίξουν μουσική μπροστά στην εξουσία. Διάφοροι αυλικοί χειροκροτούν και επευφημούν-σε εξαιρετικά κοντινές αποστάσεις-και τα μίντια είναι εκεί για να παγιδεύσουν την εικόνα στην ιστορία.
   Με ανατριχιαστικά παρόμοιο τρόπο, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε, στο περίφημο έργο του "Η Μάσκα του Κόκκινου Θανάτου", αποτύπωνε την αλαζονεία της εξουσίας όπως αυτή εκπορεύεται από την ανθρώπινη φύση. Ο βασικός ήρωας του διηγήματος του Πόε, ο Κόμης Πρόσπερο αδιαφορούσε για τους θανάτους της επιδημίας και γιόρταζε μέσα από τα τείχη του το γεγονός ότι εκείνος - και η εξουσία του - ζει.
   Εδώ, όμως, έχουμε και κάτι παραπάνω, κάτι πιο... postmodern. Έχουμε ένα πάρτι από την εξουσία, προς την εξουσία, χωρίς τον λαό αλλά χωρίς τιμωρία της ύβρεως. Δεν υπάρχει κάθαρση και δεν θα υπάρξει. Βλέπετε, η ζωή είναι αρκετά πιο σκληρή από τη λογοτεχνία. Στο μυθιστόρημα του Πόε ο Κόμης και όλοι οι προσκεκλημένοι του στο τέλος πεθαίνουν. Πρόκειται για ένα κλασικό ρομαντικό μοτίβο.
   Εδώ, η παράσταση τελειώνει πιο δυστοπικά και με κακή αισθητική. Τελειώνει με χειροκρότημα της εξουσίας προς τον εαυτό της. Τελειώνει με ένα συμβολικό πάρτι από εκείνους που αντιλαμβάνονται εαυτούς ως "ασκούντες εξουσία"-ως μόνιμους ιδιοκτήτες της εξουσίας αν προτιμάτε. Σε αυτό το πάρτι καλούν με αλαζονεία και έπαρση τον λαό να συμμετέχει συμβολικά, από απόσταση, από την καραντίνα του. Όταν ο λαός βιώνει διάφορες ανώμαλες καταστάσεις εκπορευόμενες από την εξουσία οι ταγοί της εξουσίας δημιουργούν και τους τραγουδοποιούς τους όπως προσπάθησε να κάνει η χούντα και όπως έκαναν οι αποκτήσαντες την εξουσία κατά την μεταπολίτευση.
   Η βάρδος των κυβερνήσεων της δεκαετίας του '80 ήταν η Ρίτα Σακελλαρίου και με τον παρακάτω στίχο συμπύκνωνε - με αφοπλιστική ειλικρίνεια είναι η αλήθεια-μια ολόκληρη αισθητική για την πολιτική: "Είναι γλυκό το πιοτό της αμαρτίας, ποιος είναι αυτός που δε λαχτάρησε να πιει, αυτή την γλύκα της κλεμμένης ευτυχίας, λίγο πολύ όλοι την έχουμε γευτεί". Βεβαιως δεν ήταν λίγοι τότε αυτοί, που προσπάθησαν να γευτούν την οικονομική γλύκα της εξουσίας, έστω και λίγα ψιχουλάκια της.
   Στο πάρτι του 2020, όμως, οι στίχοι είναι διαφορετικοί: "Μετά μας πήγε αριστερά το περιβόλι κι η χαρά και πήραμε το Βήμα στο πρώτο υπόγειο του Κουν και στην Επίδαυρο που ακούν Θεούς κι ανθρώπους να νικούν τα πάθη και το χρήμα". Μπροστά στην εξουσία, βλέπετε, ακόμη και η ιστορία μπορεί να γίνει πατσαβούρι, να γίνει το μπαλόνι ενός κλόουν, κάτι με το οποίο κάνεις ένα ωραίο πάρτι και ο λαός χειροκροτεί έγκλειστος, άνεργος, σακατεμένος από το σπίτι του.
   Όλα τα παραπάνω αποτελούν καίριες διαπιστώσεις πολιτικής φιλοσοφίας.

   Στον χώρο της Εκκλησιαστικής συνάξεως όμως η απάντηση στις πολιτικές επιλογές είναι η θυσιαστική σταυρωμένη αγάπη και δεν είναι δηλώσεις του τύπου: όσοι απλώσανε το χέρι στην Εκκλησία τους κόπηκε, εμείς ανοίγουμε τις εκκλησίες επειδή η κυβέρνηση μας αδίκησε. Η αδικία από την πλευρά της πολιτείας προς την Εκκλησία είναι κατι το φυσιολογικό όπως δείχνει η μέχρι τώρα εν τω κόσμω πορεία της Εκκλησίας. Απλώς κάποιοι εν τη Εκκλησία ξενίζονται και συγκρίνουν τα θεατρικά δρώμενα της πολιτείας με την ευχαριστιακή μεταποίηση του κόσμου αγνοώντας το: Μη πεποίθατε επ΄ άρχοντας, επί υιούς ανθρώπους, οις ουκ έστι σωτηρία.

 

   Η απάντηση, η κάθαρση από κάθε μορφής εξουσίας και από την αισθητική της αλαζονείας της, έρχεται όταν μεταποιείται στο τραπέζι της Θείας Ευχαριστίας η ιστορία σε βασιλεία κοινωνίας, σε βασιλεία της χαράς με κλειστούς ή ανοιχτούς ναούς.


Λαϊκοί με τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο Δασκαλάκη 1945-1961. Εκκλησιαστικές φωτογραφίες του 20ου αιώνος. Ανάρτηση 117η